Ίμια… Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ιστορία

Ίμια… Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ιστορία

Κρίση των Ιμίων ονομάζεται συμβατικά η ένοπλη αμφισβήτηση της Ελληνικής θαλάσσιας κυριαρχίας που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1996 από την Τουρκία, με αφορμή την προσάραξη πλοίου στις βραχονησίδες των Ιμίων. Κατά την διάρκεια της ολιγοήμερης αυτής κρίσης, οι δύο χώρες μετέφεραν στρατιωτικές δυνάμεις (κυρίως ναυτικές) γύρω από τα Ίμια και τις ανέπτυξαν φτάνοντας κοντά στην ένοπλη σύρραξη. Τελικά με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ, και κυρίως των ΗΠΑ, η ένταση εκτονώθηκε και οι δύο χώρες απέσυραν τους στόλους τους.

Την εποχή της κρίσης αυτής πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ο Κώστας Σημίτης. Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος, υπουργός Εθνικής Αμύνης ο Γ. Αρσένης και Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ο ναύαρχος Χ. Λυμπέρης, ενώ πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν η Τανσού Τσιλέρ και υπουργός Εξωτερικών Ντενίζ Μπαϊκάλ.

Αφορμή της κρίσης ήταν η αμφισβητούμενη από την Τουρκία εγκυρότητα ενός προσαρτήματος της Ιταλοτουρκικής Σύμβασης του 1932 που καθόριζε τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των Ιταλικών Δωδεκανήσων και των ακτών της Τουρκίας. Η τουρκική κυβέρνηση απέρριψε το προσάρτημα ως νομικά άκυρο, με την αιτιολογία ότι δεν είχε κατατεθεί στην Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη. Αυτό, σύμφωνα με την τουρκική θέση, σημαίνει ότι η κυριαρχία σε έναν άγνωστο αριθμό μικρών νησίδων και βραχονησίδων στα Δωδεκάνησα παραμένει απροσδιόριστη και πρέπει να καθοριστεί με κάποια καινούργια σύμβαση. Αντίθετα, η ελληνική θέση υποστήριξε ότι το εν λόγω προσάρτημα παραμένει έγκυρο.

H φράση «θέλω να ευχαριστήσω την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών», που είπε ο πρωθυπουργός Σημίτης από το βήμα της Βουλής κατά τη διάρκεια σχετικής συζήτησης, ερμηνεύθηκε από πολλούς ως ταπεινωτική για την χώρα.

Από αυτή την κρίση δεν βγήκε κερδισμένη ούτε η Τουρκία, που ισχυριζόταν ότι τα Ίμια της ανήκουν, ούτε η Ελλάδα η οποία αναγκάστηκε να αποσύρει τους στρατιώτες της. Κατά τον Τούρκο διπλωμάτη και πολιτικό Αχμέτ Νταβούτογλου, ουσιαστικός παράγοντας και κερδισμένη πλευρά υπήρξαν οι ΗΠΑ.

16 Ιανουαρίου 1996, η κρίση των Ιμίων κλιμακώθηκε σε μια από τις πιο επικίνδυνες στιγμές έντασης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία στο Αιγαίο, γύρω από την κυριαρχία δύο ακατοίκητων βραχονησίδων. Ανταλλαγές κινήσεων στη θάλασσα και αυξημένη ετοιμότητα έφεραν τις δύο πλευρές στο όριο, μέχρι την αποκλιμάκωση μέσω διπλωματικής παρέμβασης. Η απώλεια τριών αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού σημάδεψε τη χώρα και άφησε βαριά σκιά. Σήμερα, η μνήμη υπενθυμίζει ότι η σταθερότητα χτίζεται με νηφαλιότητα, δίαυλους επικοινωνίας, διπλωματία και σεβασμό στο διεθνές δίκαιο.

Τα Ίμια αποτελούν μία συστάδα νησίδων της Δωδεκανήσου. Αυτά εκχωρήθηκαν στην Ελλάδα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύμφωνα με το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10-12-1947) όπου η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχίᾳ τις νήσους της Δωδεκανήσου απαριθμούμενες: Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Λειψούς, Σύμη, Κω και Καστελλόριζο ως και τις παρακείμενες νησίδες. Σε προγενέστερη μάλιστα διμερή σύμβαση του 1932, ανάμεσα στην Ιταλία και την Τουρκία τα Ίμια συμπεριλαμβάνονταν σε χάρτη με τα ιταλικά εδάφη. Αργότερα, καθώς όλες οι ιταλικές κτήσεις επί της Δωδεκανήσου πέρασαν στην ελληνική κυριότητα, ομοίως και τα Ίμια ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Το Τουρκικό κράτος είχε αποδεχτεί το καθεστώς επικυριαρχίας της Ελλάδας στα νησιά αυτά.

Σύμφωνα με το άρθρο 189 του Κ.Δ.Ν.Δ. εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων δικαίωμα για παροχή επιθαλάσσιας αρωγής δίδεται μόνο στα υπό ελληνική σημαία ρυμουλκά ή ναυαγοσωστικά.

Στις 25 Δεκεμβρίου 1995 το τουρκικό φορτηγό πλοίο Φιγκέν Ακάτ προσάραξε σε αβαθή ύδατα κοντά στην Μικρή Ίμια (Ανατολική) και εξέπεμψε σήμα κινδύνου. Το Λιμεναρχείο Καλύμνου –το πλησιέστερο στην περιοχή– διέθεσε ρυμουλκό για να αποκολλήσει το τουρκικό πλοίο, αλλά ο πλοίαρχος αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε τουρκική περιοχή και άρα οι τουρκικές αρχές είχαν την αρμοδιότητα να του προσφέρουν βοήθεια.

Στις 26 Δεκεμβρίου το Λιμεναρχείο ενημέρωσε την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο μέσω του γραμματέα της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα Γιάννη Παπαμελετίου, ειδοποίησε τον γραμματέα της Διεύθυνσης Ελληνικών Υποθέσεων του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών Τσινάρ Εγκίν ότι, αν δεν παρέμβαινε ρυμουλκό, το τουρκικό πλοίο θα κινδύνευε.

Στις 27 Δεκεμβρίου το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών ενημερώνει την ελληνική πρεσβεία ότι, ανεξαρτήτως του ποιος θα ανελάμβανε τη διάσωση του πλοίου, υπήρχε γενικότερα θέμα με τα Ίμια.

Τελικά, στις 28 Δεκεμβρίου δύο ελληνικά ρυμουλκά αποκόλλησαν το τουρκικό φορτηγό και το οδήγησαν στο λιμάνι Κιουλούκ της Τουρκίας.

Στις 29 Δεκεμβρίου το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών επέδωσε διακοίνωση στο αντίστοιχο ελληνικό, στην οποία αναφέρεται ότι οι βραχονησίδες Ίμια είναι καταχωρημένες στο κτηματολόγιο Μούγλα του νομού Μπόντρουμ (Αλικαρνασσού) και ανήκουν στην Τουρκία. Το γεγονός στάθηκε αφορμή να τεθεί από την Τουρκία θέμα ιδιοκτησίας των νησιών.

Ο τότε δήμαρχος της Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης, θορυβημένος από το γεγονός ότι η Τουρκία εγείρει εδαφικές αξιώσεις στα Ίμια, ύψωσε την ελληνική σημαία στη Μικρή Ίμια στις 25 Ιανουαρίου 1996 συνοδευόμενος από τον αστυνομικό διευθυντή Καλύμνου Γ. Ριόλα και δύο κατοίκους του νησιού, ενώ την επόμενη μέρα υψώθηκε η σημαία και στην άλλη βραχονησίδα.

Τα τουρκικά τηλεοπτικά κανάλια μετέδωσαν εικόνες με την ελληνική σημαία υψωμένη στα Ίμια, κάτι που προκάλεσε σάλο στην κοινή γνώμη της Τουρκίας. Δύο δημοσιογράφοι του γραφείου της εφημερίδας Χουριέτ στη Σμύρνη, μετέβησαν με ελικόπτερο στις 27 Ιανουαρίου στη Μικρή Ίμια, υπέστειλαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική σημαία.

Η όλη επιχείρηση των δημοσιογράφων βιντεοσκοπήθηκε και προβλήθηκε από το τηλεοπτικό κανάλι που ανήκει στη Χουριέτ.

Το γεγονός αυτό πήρε σημαντικές διαστάσεις.

Σε αδιευκρίνηστο χρονικό διάστημα από την πράξη των δημοσιογράφων της Χουριέτ, ο έλληνας, τότε δημοσιογράφος του ΑΝΤ1, Αργύρης Ντινόπουλος, με συνοδεία άλλων επιβαινόντων, μεταξύ των οποίων το τηλεοπτικό συνεργείο και ο ιερέας της Ψερίμου, προσήλθε στην βραχονησίδα.

Εκεί φέρεται να επανατοποθέτησαν τις ελληνικές σημαίες, και κρατώντας επιπλέον ελληνικές σημαίες έψαλλαν τον εθνικό ύμνο.

Η κρίση κλιμακώθηκε τις επόμενες μέρες. Την Κυριακή το πρωί στις 28 Ιανουαρίου 1996 το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού Αντωνίου κατέβασε την τουρκική σημαία και ύψωσε την ελληνική παραβαίνοντας την πολιτική εντολή που ήταν μόνο να υποσταλεί η τούρκικη σημαία. Το βράδυ Έλληνες βατραχάνθρωποι αποβιβάστηκαν στη Μικρή Ίμια από το περιπολικό Πυρπολητής προκειμένου να φυλάξουν τη σημαία κατά τις νυχτερινές ώρες και να επιστρέψουν στο σκάφος τους πριν την ανατολή του ηλίου. Το μεσημέρι της Δευτέρας ο σχεδιασμός άλλαξε και αποφασίστηκε η συνεχής φύλαξη της σημαίας, οπότε οι βατραχάνθρωποι επέστρεψαν στη βραχονησίδα.

Τη Δευτέρα το απόγευμα στις 29 Ιανουαρίου, ο νέος πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή, έστειλε μήνυμα προς την Τουρκία ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση η Ελλάδα θα αντιδράσει άμεσα και δυναμικά. Την Τρίτη στις 30 Ιανουαρίου, η πρωθυπουργός της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ δήλωσε κατηγορηματικά μέσα στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση ότι την επόμενη μέρα η ελληνική σημαία και ο ελληνικός στρατός θα απομακρυνθούν από τα Ίμια.

Στις 31 Ιανουαρίου, ώρα 01:04 η φρεγάτα Ναυαρίνον αποστέλλει σήμα ότι δύο τουρκικά ελικόπτερα τύπου «Μπλακ Χωκ» (Sikorsky UH-60 Black Hawk) βρίσκονται στην περιοχή. Στις 01:40, τουρκικές ειδικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στη Μεγάλη Ίμια (Δυτική).

Τα ξημερώματα της ίδιας μέρας το ανθυποβρυχιακό ελικόπτερο “ΠΝ 21” τύπου Agusta Bell 212ASW του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, απονηώθηκε από τη φρεγάτα Ναυαρίνον σε αποστολή αναγνώρισης για να διαπιστώσει την πληροφορία περί παρουσίας τουρκικών δυνάμεων στη βραχονησίδα.

Το ελικόπτερο εντόπισε περίπου 10 άτομα, χωρίς να μπορέσει να τα ταυτοποιήσει και έλαβε εντολή για επιστροφή στη βάση του.

Κατά την επιστροφή του στη φρεγάτα κατέπεσε, βορείως της νησίδας Καλολίμνου, μεταξύ της και της βραχονησίδας Πίτα, με τα τρία μέλη του πληρώματός του, τον Υπχο Χριστόδουλο Καραθανάση, Υπχο Παναγιώτη Βλαχάκο και Ακστη Έκτορα Γιαλοψό, να χάνουν τη ζωή τους.

Σχετικά με τις αιτίες πτώσης του ελικοπτέρου έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις.

Η επίσημη θέση του Πολεμικού Ναυτικού είναι ότι το ελικόπτερο κατέπεσε λόγω κακοκαιρίας και απώλειας προσανατολισμού του πιλότου (vertigo).

Την θέση αυτή υποστήριξε ο πρώην αρχηγός ΓΕΝ ναύαρχος Αντώνης Αντωνιάδης, αναφέροντας μάλιστα πως η τουρκική φρεγάτα Γιαβούζ προσφέρθηκε να βοηθήσει, αλλά πήρε άμεσα από τους πιλότους του ελικοπτέρου αρνητική απάντηση.

Το ίδιο γεγονός, της προσφοράς της τουρκικής φρεγάτας προς βοήθεια, αναφέρεται και σε κείμενο εργασίας από το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής.

Κατά τον τότε κυβερνήτη της φρεγάτας Ναβαρίνον, Ιωάννη Λιούλη, το ελικόπτερο έπεσε από βλάβη πριν καν προλάβει να απαντήσει στο σήμα της φρεγάτας Γιαβούζ.

Ωστόσο, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί μέχρι και σήμερα επίσημα, υπάρχει διαδεδομένη στην Ελλάδα η άποψη ότι το ελικόπτερο καταρρίφθηκε είτε από το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό είτε από τους Τούρκους καταδρομείς που υπήρχαν πάνω στο νησί και ότι η αληθινή αιτία της πτώσης αποκρύφτηκε προκειμένου να λήξει η κρίση και να μην οδηγηθούν οι δύο χώρες σε γενικευμένη σύρραξη ή ακόμα και σε πόλεμο.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης υπήρξαν έντονες πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να λήξει το επεισόδιο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον ενημερώθηκε πρώτα από την Τούρκισσα πρωθυπουργό Τανσού Τσιλέρ πως «Ελλάδα και Τουρκία ξεκινούν πόλεμο, επειδή δύο Τούρκοι δημοσιογράφοι και κάποιοι Έλληνες βαρκάρηδες συνεπλάκησαν σε έναν βράχο που κατοικούσε μία κατσίκα».

Ο διπλωμάτης και Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ενημερωμένος από τον Αμερικανό πρόεδρο, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους δύο πρωθυπουργούς ώστε αυτές να αποσύρουν τις δυνάμεις τους και να υποστείλουν τις σημαίες απο τις βραχονησίδες των Ιμίων.

Τα πολεμικά σκάφη και οι καταδρομείς των δύο χωρών αποχώρησαν από τις βραχονησίδες το πρωί της 31ης Ιανουαρίου 1996 υπό την επίβλεψη αεροσκαφών του 6ου Αμερικανικού Στόλου της Μεσογείου.

Μετά το 1996, οι περισσότερες ξένες χώρες απέφυγαν επιμελώς να πάρουν μια ξεκάθαρη θέση στο ζήτημα των Ιμίων υπέρ και των δύο πλευρών. Ωστόσο, τόσο η ελληνική όσο και η τουρκική κοινή γνώμη ήταν πρόθυμοι να παρακολουθήσουν τη στάση των ξένων κυβερνήσεων για το θέμα, όπως αποδεικνύεται από λεπτομέρειες όπως η χαρτογραφική αντιμετώπιση των Ιμίων σε χάρτες που δημοσιεύουν κρατικές υπηρεσίες. Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί σε αυτό το πλαίσιο στους χάρτες που δημοσιεύονται από κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Λίγο μετά την κρίση του 1996, η Εθνική Υπηρεσία Απεικόνισης και Χαρτογράφησης των ΗΠΑ (NIMA) αφαίρεσε το ελληνικό όνομα Βραχονησίδες Ίμια από τους χάρτες της, προσθέτοντας αντ’ αυτού μια σημείωση που έλεγε απροσδιόριστη κυριαρχία, αλλά λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1996, επανήλθε στο προηγούμενο καθεστώς και επέστρεψε στο ελληνικό όνομα.

Επιπλέον, η αμερικανική κυβέρνηση πρότεινε οι διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες να οδηγηθούν σε ειρηνική επίλυση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Η κρίση έδωσε αφορμή στην Τουρκία να θέσει ζήτημα των Γκρίζων ζωνών, αμφισβητώντας την κυριαρχία της Ελλάδας σε αρκετά νησιά, συμπεριλαμβανομένων των Ιμίων. Επρόκειτο για την πρώτη τουρκική διεκδίκηση που αφορούσε καθ΄ αυτή την κυριαρχία ελληνικού εδάφους.

Παρόλα αυτά η ελληνική πλευρά δεν αποδέχτηκε ποτέ την ύπαρξη τέτοιου θέματος, επικαλούμενη διάφορες διεθνείς συνθήκες.

Για την Τουρκία, η προσέγγιση των ελληνικών βραχονησίδων των Ιμίων,δεν γίνεται σαν να πρόκειται για μια τυχαία βραχονησίδα. Για την Τουρκία ένας συμβιβασμός στις βραχονησίδες μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να φθάσουν ακόμη και ως την εξαφάνιση του ζωτικού χώρου της Τουρκίας στο Αιγαίο.

Κατά την διάρκεια της κρίσης, αναφέρει ο Αχμέτ Νταβούτογλου, το γεγονός ότι στους χάρτες που διανεμήθηκαν από το τουρκικό κράτος στις ευρωπαϊκές χώρες κατά τις εκεί διπλωματικές ενέργειες της Τουρκίας, οι βραχονησίδες εμφανίζονταν να είναι εντός των 12 ναυτικών μιλίων, γεγονός που υποστήριζε τις ελληνικές θέσεις, προξένησε ασυγχώρητη ζημιά στην Τουρκία.

Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαφορετικών μονάδων της τουρκικής κρατικής μηχανής έβλαψε την Τουρκία.

Στις 17 Απριλίου 1996 συνέβη άλλο ένα επεισόδιο: Ενώ οι δύο πλευρές έκαναν τις συνηθισμένες περιπολίες τους, κατά τις 2 το μεσημέρι εμφανίστηκε ένα ταχύπλοο πολιτικό σκάφος με επιβαίνοντες τρία άτομα. Κατά την αναγνώριση διαπιστώθηκε πως ήταν μέλη της οργάνωσης Ελληνοαμερικάνικη Ένωση και ήθελαν να τελέσουν τρισάγιο στην μνήμη των στρατιωτών που χάθηκαν, στην Μεγάλη Ίμια, έχοντας άδεια από το Λιμεναρχείο Καλύμνου.

Παρ’ όλο που τους δόθηκε η εντολή να τελέσουν το τρισάγιο εν πλω, πέρασαν στην πίσω πλευρά των Ιμίων, όπου η ελληνική πλευρά δεν είχε οπτική επαφή και ελέγχεται από τουρκικές ακταιωρούς. Αργότερα φαίνονται να αποβιβάστηκαν στο νησί, αφήνοντας ένα στεφάνι και δύο μικρές σημαίες, μία ελληνική και μία αμερικάνικη και αποχωρούν. Μετά από λίγο δύο τουρκικά αεροσκάφη και ένα ελικόπτερο πετούν πάνω από την Μεγάλη Ίμια.

Επιτελείς του ελληνικού στρατού κρίνοντας πως σκοπός των Τούρκων είναι να πάρουν τις σημαίες, ενημέρωσαν το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Η εντολή που πήραν είναι να πάρουν τις σημαίες από το νησί, πριν από τους Τούρκους. Στην περιοχή κατέφθασε μία ελληνική κανονιοφόρος, ενώ βατραχάνθρωποι από την Μονάδα Υποβρυχίων Αποστολών του Λιμενικού Σώματος κατέβηκαν σε φουσκωτό στο νησί. Στον αέρα πετούσαν τα τουρκικά F-16 εμποδίζοντας την κάθοδο των βατραχανθρώπων μέχρι να φθάσουν στην περιοχή ελληνικά μαχητικά, και να αρχίσουν τις εμπλοκές.

Στις 5 το απόγευμα ανακοινώθηκε το πέρας της αποστολής με αίσιο τέλος, καθώς οι βατραχάνθρωποι είχαν καταφέρει να κατεβάσουν τις σημαίες και το στεφάνι και να επιστρέψουν με αυτά.